ゆえ

ουσιαστικό, σύνδεσμος | N1 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις:

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αιτία, λόγος, περίσταση, συνθήκη, βάση
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εξαιτίας, λόγω, ως αποτέλεσμα

Παραδείγματα

  • これゆえ大切たいせつです。

    Γι' αυτό είναι σημαντικό.

  • かれ誠実せいじつさがゆえに、みなかれ信頼しんらいした。

    Λόγω της ειλικρίνειάς του, όλοι τον εμπιστεύτηκαν.

  • 人生じんせいはかなゆえに、一瞬いっしゅんたりとも無駄むだにできないとかんじる。

    Ακριβώς επειδή η ζωή είναι εφήμερη, νιώθω ότι δεν πρέπει να χάνουμε ούτε μια στιγμή.