きょうした

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νοσταλγώ την πατρίδα μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
故郷を慕う
Παρόν (ευγενικό)
故郷を慕います
Άρνηση (απλή)
故郷を慕わない
Άρνηση (ευγενική)
故郷を慕いません
Παρελθόν (απλό)
故郷を慕った
Παρελθόν (ευγενικό)
故郷を慕いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
故郷を慕わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
故郷を慕いませんでした
Τε-μορφή
故郷を慕って
Δυνητική
故郷を慕える
Προστακτική
故郷を慕え
Βουλητική
故郷を慕おう
Υποθετική (ば)
故郷を慕えば