すくげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σηκώνω και διασώζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
救い上げる
Παρόν (ευγενικό)
救い上げます
Άρνηση (απλή)
救い上げない
Άρνηση (ευγενική)
救い上げません
Παρελθόν (απλό)
救い上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
救い上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
救い上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
救い上げませんでした
Τε-μορφή
救い上げて
Δυνητική
救い上げられる
Προστακτική
救い上げろ
Βουλητική
救い上げよう
Υποθετική (ば)
救い上げれば