すくわれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διασώζομαι, σώζομαι
  2. 02 εξαγοράζομαι, αντισταθμίζομαι, σώζομαι, έχω μια σωτήρια πτυχή, έχω ένα ελαφρυντικό, γίνομαι υποφερτός
  3. 03 ανακουφίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
救われる
Παρόν (ευγενικό)
救われます
Άρνηση (απλή)
救われない
Άρνηση (ευγενική)
救われません
Παρελθόν (απλό)
救われた
Παρελθόν (ευγενικό)
救われました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
救われなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
救われませんでした
Τε-μορφή
救われて
Δυνητική
救われられる
Προστακτική
救われろ
Βουλητική
救われよう
Υποθετική (ば)
救われれば