やぶ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νικώ, κερδίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
敗る
Παρόν (ευγενικό)
敗ります
Άρνηση (απλή)
敗らない
Άρνηση (ευγενική)
敗りません
Παρελθόν (απλό)
敗った
Παρελθόν (ευγενικό)
敗りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
敗らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
敗りませんでした
Τε-μορφή
敗って
Δυνητική
敗れる
Προστακτική
敗れ
Βουλητική
敗ろう
Υποθετική (ば)
敗れば