教おしえる

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διδάσκω, καθοδηγώ, εκπαιδεύω
  2. 02 λέω, ενημερώνω, δείχνω
  3. 03 κηρύττω

Παραδείγματα

  • 先生せんせいが日本語にほんごを教おしえます。

    Ο δάσκαλος διδάσκει ιαπωνικά.

  • 友達ともだちに料理りょうりの作つくり方かたを教おしえました。

    Έμαθα στον φίλο μου πώς να μαγειρεύει.

  • 子供こどもには、他人たにんを思いやるおもいやる気持きもちを教おしえることが大切たいせつだと思おもいます。

    Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να διδάσκουμε στα παιδιά να νοιάζονται για τους άλλους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
教える
Παρόν (ευγενικό)
教えます
Άρνηση (απλή)
教えない
Άρνηση (ευγενική)
教えません
Παρελθόν (απλό)
教えた
Παρελθόν (ευγενικό)
教えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
教えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
教えませんでした
Τε-μορφή
教えて
Δυνητική
教えられる
Προστακτική
教えろ
Βουλητική
教えよう
Υποθετική (ば)
教えれば