教化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: きょうか
- 01 καθοδήγηση, διδασκαλία των ανθρώπων και οδήγησή τους στον Βουδισμό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 教化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 教化します
- Άρνηση (απλή)
- 教化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 教化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 教化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 教化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 教化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 教化しませんでした
- Τε-μορφή
- 教化して
- Δυνητική
- 教化できる
- Προστακτική
- 教化しろ
- Βουλητική
- 教化しよう
- Υποθετική (ば)
- 教化すれば
- Υποθετική (たら)
- 教化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 教化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 教化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 教化しなさい
- Παθητική
- 教化される
- Αιτιατική
- 教化させる