きょうだん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στέκομαι σε έδρα
  2. 02 διδάσκω, είμαι εκπαιδευτικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
教壇に立つ
Παρόν (ευγενικό)
教壇に立ちます
Άρνηση (απλή)
教壇に立たない
Άρνηση (ευγενική)
教壇に立ちません
Παρελθόν (απλό)
教壇に立った
Παρελθόν (ευγενικό)
教壇に立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
教壇に立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
教壇に立ちませんでした
Τε-μορφή
教壇に立って
Δυνητική
教壇に立てる
Προστακτική
教壇に立て
Βουλητική
教壇に立とう
Υποθετική (ば)
教壇に立てば