きょういく

ουσιαστικό, ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκπαίδευση, σχολική φοίτηση, κατάρτιση, διδασκαλία, ανατροφή, διαπαιδαγώγηση
  2. 02 πολιτισμός, καλλιέργεια, μόρφωση, παιδεία

Παραδείγματα

  • 教育きょういく大切たいせつです。

    Η εκπαίδευση είναι σημαντική.

  • わたしたちのくには、教育きょういくおおくの予算よさん使つかっています。

    Η χώρα μας δαπανά μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού της στην εκπαίδευση.

  • 現代社会げんだいしゃかいにおいて、子供こどもたちの将来しょうらい見据みすえたしつたか教育きょういく提供ていきょうすることは、最重要課題さいじゅうようかだいだとかんがえられます。

    Στη σύγχρονη κοινωνία, η παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον των παιδιών, θεωρείται κορυφαία προτεραιότητα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
教育する
Παρόν (ευγενικό)
教育します
Άρνηση (απλή)
教育しない
Άρνηση (ευγενική)
教育しません
Παρελθόν (απλό)
教育した
Παρελθόν (ευγενικό)
教育しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
教育しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
教育しませんでした
Τε-μορφή
教育して
Δυνητική
教育できる
Προστακτική
教育しろ
Βουλητική
教育しよう
Υποθετική (ば)
教育すれば