きょうくんれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω κήρυγμα, παραδίδω μάθημα ηθικής

Κλίση

Παρόν (απλό)
教訓を垂れる
Παρόν (ευγενικό)
教訓を垂れます
Άρνηση (απλή)
教訓を垂れない
Άρνηση (ευγενική)
教訓を垂れません
Παρελθόν (απλό)
教訓を垂れた
Παρελθόν (ευγενικό)
教訓を垂れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
教訓を垂れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
教訓を垂れませんでした
Τε-μορφή
教訓を垂れて
Δυνητική
教訓を垂れられる
Προστακτική
教訓を垂れろ
Βουλητική
教訓を垂れよう
Υποθετική (ば)
教訓を垂れれば