敢あえて

επίρρημα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επίτηδες, σκόπιμα, εσκεμμένα (ιδίως για κάτι που είναι περιττό, απροσδόκητο ή φαινομενικά αντιπαραγωγικό), τολμηρά, με θάρρος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα όχι απαραίτητα, όχι ιδιαίτερα, όχι ειδικά
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα αρχαϊκό σε καμία περίπτωση, σίγουρα όχι

Παραδείγματα

  • 敢あえて言いいます。

    Επιμένω να το πω.

  • 彼かれは敢あえて反対はんたいの意見いけんを言いった。

    Εκείνος τόλμησε να εκφράσει την αντίθετη άποψη.

  • 多数意見たすういけんに流ながされず、彼女かのじょは敢あえて自分じぶんの信念しんねんを貫つらぬいた。

    Χωρίς να παρασυρθεί από την άποψη της πλειοψηφίας, εκείνη τόλμησε να μείνει πιστή στις πεποιθήσεις της.