かんこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποφασιστική ενέργεια, πραγματοποίηση, τολμηρή πράξη, εκτέλεση

Κλίση

Παρόν (απλό)
敢行する
Παρόν (ευγενικό)
敢行します
Άρνηση (απλή)
敢行しない
Άρνηση (ευγενική)
敢行しません
Παρελθόν (απλό)
敢行した
Παρελθόν (ευγενικό)
敢行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
敢行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
敢行しませんでした
Τε-μορφή
敢行して
Δυνητική
敢行できる
Προστακτική
敢行しろ
Βουλητική
敢行しよう
Υποθετική (ば)
敢行すれば