散じる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διασκορπίζω, διαχέω
- 02 ξοδεύω σε κάτι, κατασπαταλώ (π.χ. την περιουσία κάποιου)
- 03 διώχνω (π.χ. τις ανησυχίες κάποιου), καταπραΰνω (πόνο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 散じる
- Παρόν (ευγενικό)
- 散じます
- Άρνηση (απλή)
- 散じない
- Άρνηση (ευγενική)
- 散じません
- Παρελθόν (απλό)
- 散じた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 散じました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 散じなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 散じませんでした
- Τε-μορφή
- 散じて
- Δυνητική
- 散じられる
- Προστακτική
- 散じろ
- Βουλητική
- 散じよう
- Υποθετική (ば)
- 散じれば
- Υποθετική (たら)
- 散じたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 散じたい
- Απαγορευτική (~な)
- 散じるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 散じなさい
- Παθητική
- 散じられる
- Αιτιατική
- 散じさせる