散ちらかる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι ακατάστατος, είμαι σκορπισμένος τριγύρω

Παραδείγματα

  • 部屋へやが散ちらかっています。

    Το δωμάτιο είναι ακατάστατο.

  • 机つくえの上うえに本ほんやノートが散ちらかっている。

    Πάνω στο γραφείο είναι σκορπισμένα βιβλία και τετράδια.

  • 引ひっ越こしの準備じゅんびをしていたら、部屋へやじゅうに荷物にもつが散ちらかってしまった。

    Καθώς ετοίμαζα τη μετακόμιση, τα πράγματά μου σκορπίστηκαν παντού στο δωμάτιο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
散らかる
Παρόν (ευγενικό)
散らかります
Άρνηση (απλή)
散らからない
Άρνηση (ευγενική)
散らかりません
Παρελθόν (απλό)
散らかった
Παρελθόν (ευγενικό)
散らかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
散らからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
散らかりませんでした
Τε-μορφή
散らかって
Δυνητική
散らかれる
Προστακτική
散らかれ
Βουλητική
散らかろう
Υποθετική (ば)
散らかれば