散りばめる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ενθετώ, τοποθετώ, διακοσμώ με πολύτιμους λίθους, κατασπείρω (π.χ. έναστρος ουρανός)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 散りばめる
- Παρόν (ευγενικό)
- 散りばめます
- Άρνηση (απλή)
- 散りばめない
- Άρνηση (ευγενική)
- 散りばめません
- Παρελθόν (απλό)
- 散りばめた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 散りばめました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 散りばめなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 散りばめませんでした
- Τε-μορφή
- 散りばめて
- Δυνητική
- 散りばめられる
- Προστακτική
- 散りばめろ
- Βουλητική
- 散りばめよう
- Υποθετική (ば)
- 散りばめれば
- Υποθετική (たら)
- 散りばめたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 散りばめたい
- Απαγορευτική (~な)
- 散りばめるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 散りばめなさい
- Παθητική
- 散りばめられる
- Αιτιατική
- 散りばめさせる