はじめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχίζω να πέφτω (π.χ. φύλλα, πέταλα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
散り始める
Παρόν (ευγενικό)
散り始めます
Άρνηση (απλή)
散り始めない
Άρνηση (ευγενική)
散り始めません
Παρελθόν (απλό)
散り始めた
Παρελθόν (ευγενικό)
散り始めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
散り始めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
散り始めませんでした
Τε-μορφή
散り始めて
Δυνητική
散り始められる
Προστακτική
散り始めろ
Βουλητική
散り始めよう
Υποθετική (ば)
散り始めれば