散る
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 πέφτω (π.χ. άνθη, φύλλα)
- 02 σκορπίζω, διασκορπίζομαι
- 03 εξαφανίζομαι, διαλύομαι
- 04 απλώνομαι, τρέχω (π.χ. χρώματα), θολώνω
- 05 πεθαίνω ένδοξα, πεθαίνω με τιμή
Παραδείγματα
-
花が散る。
Τα λουλούδια πέφτουν.
-
桜の花びらが風に舞って散る。
Τα πέταλα της κερασιάς χορεύουν στον αέρα και πέφτουν.
-
武士は、潔く散ることを名誉とした。
Οι σαμουράι θεωρούσαν τιμή το να πεθάνουν με αξιοπρέπεια.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 散る
- Παρόν (ευγενικό)
- 散ります
- Άρνηση (απλή)
- 散らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 散りません
- Παρελθόν (απλό)
- 散った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 散りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 散らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 散りませんでした
- Τε-μορφή
- 散って
- Δυνητική
- 散れる
- Προστακτική
- 散れ
- Βουλητική
- 散ろう
- Υποθετική (ば)
- 散れば
- Υποθετική (たら)
- 散ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 散りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 散るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 散りなさい
- Παθητική
- 散られる
- Αιτιατική
- 散らせる