さんこつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διασκόρπιση στάχτης (αποτεφρωμένων λειψάνων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
散骨する
Παρόν (ευγενικό)
散骨します
Άρνηση (απλή)
散骨しない
Άρνηση (ευγενική)
散骨しません
Παρελθόν (απλό)
散骨した
Παρελθόν (ευγενικό)
散骨しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
散骨しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
散骨しませんでした
Τε-μορφή
散骨して
Δυνητική
散骨できる
Προστακτική
散骨しろ
Βουλητική
散骨しよう
Υποθετική (ば)
散骨すれば