けいえん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσποιούμαι τον σεβασμό σε κάποιον ενώ στην πραγματικότητα κρατώ αποστάσεις, αποφεύγω, τηρώ στάση αναμονής
  2. 02 αποφεύγω κάτι δυσάρεστο, αποφεύγω κάτι με δισταγμό
  3. 03 δίνω στον ρόπαλο σκόπιμη βάση (στο μπέιζμπολ)

Κλίση

Παρόν (απλό)
敬遠する
Παρόν (ευγενικό)
敬遠します
Άρνηση (απλή)
敬遠しない
Άρνηση (ευγενική)
敬遠しません
Παρελθόν (απλό)
敬遠した
Παρελθόν (ευγενικό)
敬遠しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
敬遠しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
敬遠しませんでした
Τε-μορφή
敬遠して
Δυνητική
敬遠できる
Προστακτική
敬遠しろ
Βουλητική
敬遠しよう
Υποθετική (ば)
敬遠すれば