かぞれない

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αμέτρητος, αναρίθμητος
  2. 02 αμέτρητος, μη υπολογίσιμος

Κλίση

Παρόν (απλό)
数え切れない
Παρόν (ευγενικό)
数え切れないです
Άρνηση (απλή)
数え切れなくない
Άρνηση (ευγενική)
数え切れなくないです
Παρελθόν (απλό)
数え切れなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
数え切れなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
数え切れなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
数え切れなくなかったです
Τε-μορφή
数え切れなくて
Υποθετική (ば)
数え切れなければ