かぞてる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαριθμώ, καταμετρώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
数え立てる
Παρόν (ευγενικό)
数え立てます
Άρνηση (απλή)
数え立てない
Άρνηση (ευγενική)
数え立てません
Παρελθόν (απλό)
数え立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
数え立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
数え立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
数え立てませんでした
Τε-μορφή
数え立てて
Δυνητική
数え立てられる
Προστακτική
数え立てろ
Βουλητική
数え立てよう
Υποθετική (ば)
数え立てれば