かぞちがえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω λάθος στο μέτρημα, υπολογίζω εσφαλμένα (π.χ. σελίδες)

Κλίση

Παρόν (απλό)
数え違える
Παρόν (ευγενικό)
数え違えます
Άρνηση (απλή)
数え違えない
Άρνηση (ευγενική)
数え違えません
Παρελθόν (απλό)
数え違えた
Παρελθόν (ευγενικό)
数え違えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
数え違えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
数え違えませんでした
Τε-μορφή
数え違えて
Δυνητική
数え違えられる
Προστακτική
数え違えろ
Βουλητική
数え違えよう
Υποθετική (ば)
数え違えれば