数かず少すくない

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λίγος σε αριθμό, ελάχιστος

Παραδείγματα

  • 数少かずすくないペンがあります。

    Έχω λίγα στυλό.

  • 数少かずすくないチャンスを生いかしましょう。

    Ας εκμεταλλευτούμε τις λίγες ευκαιρίες που έχουμε.

  • 今いまや、彼かれのような誠実せいじつな人ひとは数少かずすくなくなり、貴重きちょうな存在そんざいとなっています。

    Πλέον, οι ειλικρινείς άνθρωποι σαν κι αυτόν είναι ελάχιστοι και έχουν γίνει πολύτιμοι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
数少ない
Παρόν (ευγενικό)
数少ないです
Άρνηση (απλή)
数少なくない
Άρνηση (ευγενική)
数少なくないです
Παρελθόν (απλό)
数少なかった
Παρελθόν (ευγενικό)
数少なかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
数少なくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
数少なくなかったです
Τε-μορφή
数少なくて
Υποθετική (ば)
数少なければ