整う
ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 είμαι έτοιμος, είμαι προετοιμασμένος, τακτοποιούμαι
- 02 είμαι σε τάξη, μπαίνω σε τάξη, είμαι τακτοποιημένος, είμαι καλοαναλογικός, είμαι αρμονικός
- 03 προσαρμόζομαι, ρυθμίζομαι, εκλεπτύνομαι (π.χ. για πρόσωπο)
- 04 διευθετούμαι (π.χ. συμφωνία, συμβόλαιο), ολοκληρώνομαι
Παραδείγματα
-
部屋が整っている。
Το δωμάτιο είναι τακτοποιημένο.
-
身だしなみが整っている。
Η εμφάνισή του/της είναι περιποιημένη.
-
今回のプロジェクトは、優秀な人材と十分な資金が整ったため、成功する見込みが高い。
Αυτό το έργο έχει μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας, καθώς έχουμε εξασφαλίσει άριστο προσωπικό και επαρκή χρηματοδότηση.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 整う
- Παρόν (ευγενικό)
- 整います
- Άρνηση (απλή)
- 整わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 整いません
- Παρελθόν (απλό)
- 整った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 整いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 整わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 整いませんでした
- Τε-μορφή
- 整って
- Δυνητική
- 整える
- Προστακτική
- 整え
- Βουλητική
- 整おう
- Υποθετική (ば)
- 整えば
- Υποθετική (たら)
- 整ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 整いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 整うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 整いなさい
- Παθητική
- 整われる
- Αιτιατική
- 整わせる