せいごう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσαρμογή, συντονισμός, ενοποίηση, συμμόρφωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
整合する
Παρόν (ευγενικό)
整合します
Άρνηση (απλή)
整合しない
Άρνηση (ευγενική)
整合しません
Παρελθόν (απλό)
整合した
Παρελθόν (ευγενικό)
整合しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
整合しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
整合しませんでした
Τε-μορφή
整合して
Δυνητική
整合できる
Προστακτική
整合しろ
Βουλητική
整合しよう
Υποθετική (ば)
整合すれば