せいけい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ορθοπεδική, πλαστική χειρουργική, αισθητική χειρουργική
  2. 02 εξομάλυνση (ριπών κυκλοφορίας, κλπ.), διαμόρφωση, ευθυγράμμιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
整形する
Παρόν (ευγενικό)
整形します
Άρνηση (απλή)
整形しない
Άρνηση (ευγενική)
整形しません
Παρελθόν (απλό)
整形した
Παρελθόν (ευγενικό)
整形しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
整形しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
整形しませんでした
Τε-μορφή
整形して
Δυνητική
整形できる
Προστακτική
整形しろ
Βουλητική
整形しよう
Υποθετική (ば)
整形すれば