整理がつく
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τακτοποιώ (π.χ. τις σκέψεις μου), βάζω σε τάξη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 整理がつく
- Παρόν (ευγενικό)
- 整理がつきます
- Άρνηση (απλή)
- 整理がつかない
- Άρνηση (ευγενική)
- 整理がつきません
- Παρελθόν (απλό)
- 整理がついた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 整理がつきました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 整理がつかなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 整理がつきませんでした
- Τε-μορφή
- 整理がついて
- Δυνητική
- 整理がつける
- Προστακτική
- 整理がつけ
- Βουλητική
- 整理がつこう
- Υποθετική (ば)
- 整理がつけば
- Υποθετική (たら)
- 整理がついたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 整理がつきたい
- Απαγορευτική (~な)
- 整理がつくな
- Προστακτική (ευγενική)
- 整理がつきなさい
- Παθητική
- 整理がつかれる
- Αιτιατική
- 整理がつかせる