せいとう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναδιοργάνωση ενός κλάδου ή μιας επιχείρησης και απομάκρυνση πλεονάζοντος προσωπικού, αναπροσαρμογή και περικοπές

Κλίση

Παρόν (απλό)
整理淘汰する
Παρόν (ευγενικό)
整理淘汰します
Άρνηση (απλή)
整理淘汰しない
Άρνηση (ευγενική)
整理淘汰しません
Παρελθόν (απλό)
整理淘汰した
Παρελθόν (ευγενικό)
整理淘汰しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
整理淘汰しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
整理淘汰しませんでした
Τε-μορφή
整理淘汰して
Δυνητική
整理淘汰できる
Προστακτική
整理淘汰しろ
Βουλητική
整理淘汰しよう
Υποθετική (ば)
整理淘汰すれば