整理
ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ταξινόμηση, διευθέτηση, οργάνωση, τακτοποίηση, ρύθμιση, προσαρμογή
- 02 εκκαθάριση, διακανονισμός, τακτοποίηση (π.χ. χρεών), εξόφληση
- 03 περικοπή, μείωση, περιορισμός, ξεκαθάρισμα
Παραδείγματα
-
部屋を整理します。
Θα τακτοποιήσω το δωμάτιό μου.
-
書類を整理して、必要なものを探します。
Θα οργανώσω τα έγγραφα και θα βρω αυτά που χρειάζομαι.
-
引っ越しを機に、不要なものを整理し、生活空間をすっきりさせたいと思っています。
Με αφορμή τη μετακόμιση, θέλω να ξεκαθαρίσω τα άχρηστα πράγματα και να συμμαζέψω τον χώρο μου.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 整理する
- Παρόν (ευγενικό)
- 整理します
- Άρνηση (απλή)
- 整理しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 整理しません
- Παρελθόν (απλό)
- 整理した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 整理しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 整理しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 整理しませんでした
- Τε-μορφή
- 整理して
- Δυνητική
- 整理できる
- Προστακτική
- 整理しろ
- Βουλητική
- 整理しよう
- Υποθετική (ば)
- 整理すれば
- Υποθετική (たら)
- 整理したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 整理したい
- Απαγορευτική (~な)
- 整理するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 整理しなさい
- Παθητική
- 整理される
- Αιτιατική
- 整理させる