敵に回る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 στρέφομαι εναντίον κάποιου, γίνομαι εχθρός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 敵に回る
- Παρόν (ευγενικό)
- 敵に回ります
- Άρνηση (απλή)
- 敵に回らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 敵に回りません
- Παρελθόν (απλό)
- 敵に回った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 敵に回りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 敵に回らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 敵に回りませんでした
- Τε-μορφή
- 敵に回って
- Δυνητική
- 敵に回れる
- Προστακτική
- 敵に回れ
- Βουλητική
- 敵に回ろう
- Υποθετική (ば)
- 敵に回れば
- Υποθετική (たら)
- 敵に回ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 敵に回りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 敵に回るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 敵に回りなさい
- Παθητική
- 敵に回られる
- Αιτιατική
- 敵に回らせる