てきうしろをせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τραπώ σε φυγή από τον εχθρό, το βάζω στα πόδια
  2. 02 εκθέτω την αδυναμία μου σε έναν αντίπαλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
敵に後ろを見せる
Παρόν (ευγενικό)
敵に後ろを見せます
Άρνηση (απλή)
敵に後ろを見せない
Άρνηση (ευγενική)
敵に後ろを見せません
Παρελθόν (απλό)
敵に後ろを見せた
Παρελθόν (ευγενικό)
敵に後ろを見せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
敵に後ろを見せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
敵に後ろを見せませんでした
Τε-μορφή
敵に後ろを見せて
Δυνητική
敵に後ろを見せられる
Προστακτική
敵に後ろを見せろ
Βουλητική
敵に後ろを見せよう
Υποθετική (ば)
敵に後ろを見せれば