もん

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παράπονο, γκρίνια, ένσταση
  2. 02 φράση, λόγια, έκφραση

Παραδείγματα

  • 文句もんくいます。

    Παραπονιέμαι.

  • かれはいつも文句もんくばかりっています。

    Αυτός όλο γκρινιάζει.

  • いくら文句もんくっても状況じょうきょうわらないので、前向まえむきにかんがえるべきだ。

    Όσο κι αν παραπονιέσαι, η κατάσταση δεν θα αλλάξει, οπότε πρέπει να σκέφτεσαι θετικά.