文字化け
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αλλοίωση χαρακτήρων (κειμένου, π.χ. σε email, λόγω εσφαλμένης κωδικοποίησης), κατακερματισμός κειμένου, άκυρος χαρακτήρας, αλλοιωμένο κείμενο, δυσανάγνωστο κείμενο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 文字化けする
- Παρόν (ευγενικό)
- 文字化けします
- Άρνηση (απλή)
- 文字化けしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 文字化けしません
- Παρελθόν (απλό)
- 文字化けした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 文字化けしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 文字化けしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 文字化けしませんでした
- Τε-μορφή
- 文字化けして
- Δυνητική
- 文字化けできる
- Προστακτική
- 文字化けしろ
- Βουλητική
- 文字化けしよう
- Υποθετική (ば)
- 文字化けすれば
- Υποθετική (たら)
- 文字化けしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 文字化けしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 文字化けするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 文字化けしなさい
- Παθητική
- 文字化けされる
- Αιτιατική
- 文字化けさせる