ぶんちん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη αχρήστευση συσκευής, μετατροπή σε «χαρτόβαρο» (π.χ. ενός smartphone)

Κλίση

Παρόν (απλό)
文鎮化する
Παρόν (ευγενικό)
文鎮化します
Άρνηση (απλή)
文鎮化しない
Άρνηση (ευγενική)
文鎮化しません
Παρελθόν (απλό)
文鎮化した
Παρελθόν (ευγενικό)
文鎮化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
文鎮化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
文鎮化しませんでした
Τε-μορφή
文鎮化して
Δυνητική
文鎮化できる
Προστακτική
文鎮化しろ
Βουλητική
文鎮化しよう
Υποθετική (ば)
文鎮化すれば