文ふみ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ぶん , もん

  1. 01 επίσημο γράμμα, επιστολή, σημείωμα, αλληλογραφία
  2. 02 επίσημο βιβλίο, συγγράμματα
  3. 03 ποιητικό λογοτεχνία, παιδεία, επιστημοσύνη

Παραδείγματα

  • 昔むかしの文ふみを読よみます。

    Διαβάζω παλιά γράμματα.

  • 彼女かのじょは古ふるい文ふみに興味きょうみがあります。

    Εκείνη έχει ενδιαφέρον για τα παλιά κείμενα/τη λογοτεχνία.

  • 遠とおく離はなれた故郷こきょうからの文ふみを受うけ取とり、彼かれは懐なつかかしさに浸ひたった。

    Αφού έλαβε ένα γράμμα από τη μακρινή του πατρίδα, βυθίστηκε στη νοσταλγία.