料る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παρωχημένο μαγειρεύω
- 02 απαρχαιωμένο χειρίζομαι (καλά), διαχειρίζομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 料る
- Παρόν (ευγενικό)
- 料ります
- Άρνηση (απλή)
- 料らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 料りません
- Παρελθόν (απλό)
- 料った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 料りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 料らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 料りませんでした
- Τε-μορφή
- 料って
- Δυνητική
- 料れる
- Προστακτική
- 料れ
- Βουλητική
- 料ろう
- Υποθετική (ば)
- 料れば
- Υποθετική (たら)
- 料ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 料りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 料るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 料りなさい
- Παθητική
- 料られる
- Αιτιατική
- 料らせる