しゃかまえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατώ το σπαθί σε πλάγια στάση
  2. 02 βλέπω κυνικά, αντιμετωπίζω ειρωνικά
  3. 03 αρχαϊκό προετοιμάζομαι για δράση, υιοθετώ τυπική στάση

Κλίση

Παρόν (απλό)
斜に構える
Παρόν (ευγενικό)
斜に構えます
Άρνηση (απλή)
斜に構えない
Άρνηση (ευγενική)
斜に構えません
Παρελθόν (απλό)
斜に構えた
Παρελθόν (ευγενικό)
斜に構えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
斜に構えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
斜に構えませんでした
Τε-μορφή
斜に構えて
Δυνητική
斜に構えられる
Προστακτική
斜に構えろ
Βουλητική
斜に構えよう
Υποθετική (ば)
斜に構えれば