ななめってる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη γέρνω (προς τη μία πλευρά), αποκλίνω, παίρνω κλίση

Κλίση

Παρόν (απλό)
斜めってる
Παρόν (ευγενικό)
斜めってます
Άρνηση (απλή)
斜めってない
Άρνηση (ευγενική)
斜めってません
Παρελθόν (απλό)
斜めってた
Παρελθόν (ευγενικό)
斜めってました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
斜めってなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
斜めってませんでした
Τε-μορφή
斜めってて
Δυνητική
斜めってられる
Προστακτική
斜めってろ
Βουλητική
斜めってよう
Υποθετική (ば)
斜めってれば