だんじて

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απολύτως, κατηγορηματικά, αποφασιστικά

Παραδείγματα

  • 断じてだんじてしない。

    Απολύτως δεν θα το κάνω.

  • わたし断じてだんじてそのつみおかしていません。

    Δεν έχω διαπράξει αυτό το έγκλημα, κάθετα.

  • かれがそのような不正ふせいはたらくとは、断じてだんじてかんがえられません。

    Είναι απολύτως αδιανόητο ότι θα μπορούσε να διαπράξει τέτοια αδικία.