だんじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπεραίνω, αποφασίζω, καθορίζω
  2. 02 κρίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
断じる
Παρόν (ευγενικό)
断じます
Άρνηση (απλή)
断じない
Άρνηση (ευγενική)
断じません
Παρελθόν (απλό)
断じた
Παρελθόν (ευγενικό)
断じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
断じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
断じませんでした
Τε-μορφή
断じて
Δυνητική
断じられる
Προστακτική
断じろ
Βουλητική
断じよう
Υποθετική (ば)
断じれば