断ち切る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κόβω (ύφασμα, χαρτί κ.λπ.), αποκόπτω
- 02 κόβω δεσμούς, διακόπτω σχέσεις, εγκαταλείπω (δεσμό, συνήθεια κ.λπ.), σταματώ (π.χ. έναν φαύλο κύκλο)
- 03 κόβω (μια οδό ανεφοδιασμού, την υποχώρηση του εχθρού κ.λπ.), μπλοκάρω, διαλύω (π.χ. ένα δίκτυο πληροφοριών)
Παραδείγματα
-
悪い習慣を断ち切る。
Να κόψουμε τις κακές συνήθειες.
-
過去との関係を断ち切り、新しい人生を始める。
Να κόψουμε τους δεσμούς με το παρελθόν και να ξεκινήσουμε μια καινούργια ζωή.
-
この悪循環を断ち切るためには、根本的な解決策が必要です。
Για να σπάσουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο, χρειαζόμαστε ριζικές λύσεις.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 断ち切る
- Παρόν (ευγενικό)
- 断ち切ります
- Άρνηση (απλή)
- 断ち切らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 断ち切りません
- Παρελθόν (απλό)
- 断ち切った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 断ち切りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 断ち切らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 断ち切りませんでした
- Τε-μορφή
- 断ち切って
- Δυνητική
- 断ち切れる
- Προστακτική
- 断ち切れ
- Βουλητική
- 断ち切ろう
- Υποθετική (ば)
- 断ち切れば
- Υποθετική (たら)
- 断ち切ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 断ち切りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 断ち切るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 断ち切りなさい
- Παθητική
- 断ち切られる
- Αιτιατική
- 断ち切らせる