ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κόβω, διακόπτω, αποκόπτω
  2. 02 καταστέλλω, εξαλείφω, ξεριζώνω, εξοντώνω
  3. 03 απέχω (από), σταματώ, εγκαταλείπω

Παραδείγματα

  • タバコをちます

    Θα κόψω το τσιγάρο.

  • 過去かこ未練みれんち、まえすすみます。

    Θα ξεκόψω από τις τύψεις του παρελθόντος και θα προχωρήσω μπροστά.

  • いかなる困難こんなんにもくっせず、目標達成もくひょうたっせいのためにあらゆる誘惑ゆうわく覚悟かくごです。

    Είμαι αποφασισμένος να κόψω κάθε πειρασμό για να πετύχω τον στόχο μου, όποιες κι αν είναι οι δυσκολίες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
断つ
Παρόν (ευγενικό)
断ちます
Άρνηση (απλή)
断たない
Άρνηση (ευγενική)
断ちません
Παρελθόν (απλό)
断った
Παρελθόν (ευγενικό)
断ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
断たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
断ちませんでした
Τε-μορφή
断って
Δυνητική
断てる
Προστακτική
断て
Βουλητική
断とう
Υποθετική (ば)
断てば