だんごく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο εκδίκαση εγκλήματος, καταδίκη
  2. 02 καταδίκη σε θάνατο δια αποκεφαλισμού

Κλίση

Παρόν (απλό)
断獄する
Παρόν (ευγενικό)
断獄します
Άρνηση (απλή)
断獄しない
Άρνηση (ευγενική)
断獄しません
Παρελθόν (απλό)
断獄した
Παρελθόν (ευγενικό)
断獄しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
断獄しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
断獄しませんでした
Τε-μορφή
断獄して
Δυνητική
断獄できる
Προστακτική
断獄しろ
Βουλητική
断獄しよう
Υποθετική (ば)
断獄すれば