断筆
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διακοπή της συγγραφικής δραστηριότητας, παύση της γραφής, αποχώρηση από το συγγραφικό επάγγελμα, κατάθεση της πένας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 断筆する
- Παρόν (ευγενικό)
- 断筆します
- Άρνηση (απλή)
- 断筆しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 断筆しません
- Παρελθόν (απλό)
- 断筆した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 断筆しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 断筆しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 断筆しませんでした
- Τε-μορφή
- 断筆して
- Δυνητική
- 断筆できる
- Προστακτική
- 断筆しろ
- Βουλητική
- 断筆しよう
- Υποθετική (ば)
- 断筆すれば
- Υποθετική (たら)
- 断筆したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 断筆したい
- Απαγορευτική (~な)
- 断筆するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 断筆しなさい
- Παθητική
- 断筆される
- Αιτιατική
- 断筆させる