断絶
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξάλειψη (π.χ. μιας οικογένειας), αφανισμός, διακοπή
- 02 διακοπή (π.χ. σχέσεων), ρήξη, διακοπή επαφών, χάσμα (γενεών)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 断絶する
- Παρόν (ευγενικό)
- 断絶します
- Άρνηση (απλή)
- 断絶しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 断絶しません
- Παρελθόν (απλό)
- 断絶した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 断絶しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 断絶しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 断絶しませんでした
- Τε-μορφή
- 断絶して
- Δυνητική
- 断絶できる
- Προστακτική
- 断絶しろ
- Βουλητική
- 断絶しよう
- Υποθετική (ば)
- 断絶すれば
- Υποθετική (たら)
- 断絶したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 断絶したい
- Απαγορευτική (~な)
- 断絶するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 断絶しなさい
- Παθητική
- 断絶される
- Αιτιατική
- 断絶させる