だんせん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διακοπή, διακοπή λειτουργίας, κάψιμο (σύρματος ή νήματος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
断線する
Παρόν (ευγενικό)
断線します
Άρνηση (απλή)
断線しない
Άρνηση (ευγενική)
断線しません
Παρελθόν (απλό)
断線した
Παρελθόν (ευγενικό)
断線しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
断線しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
断線しませんでした
Τε-μορφή
断線して
Δυνητική
断線できる
Προστακτική
断線しろ
Βουλητική
断線しよう
Υποθετική (ば)
断線すれば