だんげん

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ισχυρισμός, δήλωση, διαβεβαίωση, επιβεβαίωση

Παραδείγματα

  • かれ断言だんげんした

    Το δήλωσε/το επιβεβαίωσε.

  • わたしかれ無実むじつ断言だんげんします

    Διαβεβαιώνω την αθωότητά του.

  • かれは、どんな困難こんなんがあっても目標もくひょう達成たっせいすると断言だんげんした

    Διαβεβαίωσε ότι θα πετύχει τον στόχο του, όποιες δυσκολίες κι αν προκύψουν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
断言する
Παρόν (ευγενικό)
断言します
Άρνηση (απλή)
断言しない
Άρνηση (ευγενική)
断言しません
Παρελθόν (απλό)
断言した
Παρελθόν (ευγενικό)
断言しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
断言しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
断言しませんでした
Τε-μορφή
断言して
Δυνητική
断言できる
Προστακτική
断言しろ
Βουλητική
断言しよう
Υποθετική (ば)
断言すれば