あたらしいページをくわえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός προσθέτω μια νέα σελίδα (π.χ. στα χρονικά της ιστορίας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
新しいページを加える
Παρόν (ευγενικό)
新しいページを加えます
Άρνηση (απλή)
新しいページを加えない
Άρνηση (ευγενική)
新しいページを加えません
Παρελθόν (απλό)
新しいページを加えた
Παρελθόν (ευγενικό)
新しいページを加えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
新しいページを加えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
新しいページを加えませんでした
Τε-μορφή
新しいページを加えて
Δυνητική
新しいページを加えられる
Προστακτική
新しいページを加えろ
Βουλητική
新しいページを加えよう
Υποθετική (ば)
新しいページを加えれば