あたらしがる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενθουσιάζομαι με τα καινούργια πράγματα, κυνηγώ το πρωτότυπο

Κλίση

Παρόν (απλό)
新しがる
Παρόν (ευγενικό)
新しがります
Άρνηση (απλή)
新しがらない
Άρνηση (ευγενική)
新しがりません
Παρελθόν (απλό)
新しがった
Παρελθόν (ευγενικό)
新しがりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
新しがらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
新しがりませんでした
Τε-μορφή
新しがって
Δυνητική
新しがれる
Προστακτική
新しがれ
Βουλητική
新しがろう
Υποθετική (ば)
新しがれば