しんしゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νέα συλλογή, νέα έκδοση

Κλίση

Παρόν (απλό)
新修する
Παρόν (ευγενικό)
新修します
Άρνηση (απλή)
新修しない
Άρνηση (ευγενική)
新修しません
Παρελθόν (απλό)
新修した
Παρελθόν (ευγενικό)
新修しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
新修しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
新修しませんでした
Τε-μορφή
新修して
Δυνητική
新修できる
Προστακτική
新修しろ
Βουλητική
新修しよう
Υποθετική (ば)
新修すれば